Η 28η Οκτωβρίου μέσα από τον ελληνικό & ξένο τύπο

Η 28η Οκτωβρίου μέσα από τον ελληνικό και ξένο τύπο της εποχής

Μαμασούλα Μαρία, Φιλόλογος,Δρ Παιδαγωγικής

            Απ’ τις αρχές του 20ού αιώνα κιόλας είχαν φανεί οι εχθρικές προθέσεις της Ιταλίας απέναντι στη Ελλάδα. Βλέψεις και προθέσεις που στην πραγματικότητα ήταν υποτροπές ενός στείρου συμπλέγματος ηγεμονίας. 

            Ο Μουσολίνι, μεθυσμένος από μεγαλαυχία θ’ αποπειραθεί να δώσει έκφραση σε όνειρο παλιότερο: την ανασύσταση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κι αυτό σε βάρος ενός λαού που ίσαμε το πρόσφατο ακόμα παρελθόν δεν είχε πάψει να δίνει ματωμένα πειστήρια του πάθους γι’ ανεξαρτησία.

            Μετά το βαρύ τραύμα της Μικρασιατικής καταστροφής, η Ελλάδα παλεύει σκληρά για να ορθοποδήσει. Με την Ιταλία, από τον Σεπτέμβριο του 1928 ακόμη, έχει συνάψει σύμφωνο φιλίας για τη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος στη Βαλκανική.

            Ωστόσο τα σύννεφα που θα έκαναν να ξεσπάσει ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος των πέντε ηπείρων, συνάζονταν. Η φασιστική Ιταλία τον Απρίλιο του 1939 κάνει με στόμφο την εμφάνισή της στη Βαλκανική, με κατάληψη της Αλβανίας. Η κατάληψη αυτή ανησύχησε τις γειτονικές χώρες Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία, περισσότερο δε γιατί η απειλή προερχόταν όχι απ’ την Ιταλία μόνη, αλλά απ’ τον Άξονα. Ο Ντούτσε  καθησυχάζει την ελληνική κυβέρνηση, ότι είναι ανακριβείς οι αποδιδόμενες σ’ αυτόν προθέσεις. Η Ελλάδα φροντίζει να τηρεί άψογη στάση, αλλά παρ’ όλα αυτά, την άνοιξη του 1939 δοκιμάζει μια δραματική μόνωση, χωρίς ουσιαστική συμπαράσταση από πουθενά.

            Τις αμέσως επόμενες μέρες του Αυγούστου το Γενικό Επιτελείο Στρατού καταρτίζει σχέδιο άμυνας, το πρώτο, ενώ η Ιταλία δίνει πάντα τις εγγυήσεις της για το απαραβίατο του Ελληνικού εδάφους.  Τη 1η Σεπτεμβρίου 1939 ο κόσμος ξυπνούσε με μια συγκλονιστική είδηση: την είδηση της επίθεσης των Γερμανών κατά της Πολωνίας. Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος ξέσπασε. Πόλεμος που όπως πίστευε εκείνος που τον άρχισε, ο Φύρερ του γερμανικού Έθνους Αδόλφος Χίτλερ, προοριζόταν αν είναι κεραυνοβόλος, και στήριζε την επιτυχία του στην ανανδρία των άλλων.

            Η Ιταλία μετά την έκρηξη του πολέμου κατέβαλλε ενισχυμένες προσπάθειες να βελτιώσει τις σχέσεις της  με την Ελλάδα, δηλαδή να πυκνώσει το προπέτασμα καπνού που έκρυβε τις προθέσεις της. Προθέσεις που όμως φανερώθηκαν το Δεκαπενταύγουστο του 1940, όταν στην Τήνο, στη γιορτή της Παναγιάς, το ιστορικό εύδρομο του Ελληνικού Στόλου, η «Έλλη», που είχε φτάσει να απονείμει τις καθιερωμένες τελετές, δέχεται κατάσαρκα στα ύφαλά της δυο τορπίλες.  Η ιερόσυλη πράξη, θα κατασταλάξει μέσα στην ψυχή του Ελληνικού λαού, θα τη βοηθήσει να ωριμάσει γοργά μέσα στους δυόμιση μήνες που θα ακολουθήσουν και θα χρωματίσει με ιερότητα τον αγώνα που προετοιμάζεται.

            28η Οκτωβρίου 1940: ώρα 3 παρά 10΄ το πρωί. Μέσα στη νύχτα ο πρεσβευτής της Ιταλίας Γκράτσι απαιτεί απ’ τον πρόεδρο της Ελληνικής κυβέρνησης Ι. Μεταξά, κατ’ εντολήν της χώρας του και παρά τις μέχρι τώρα αντίθετες υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις, να μπούνε τα Ιταλικά στρατεύματα στη Ελλάδα και να καταλάβουν στρατηγικά της σημεία για να εξασφαλίσουν την ουδετερότητά της.

            Η ώρα είχε σημάνει στο ρολόι της Ιστορίας. Στο παραπάνω τελεσίγραφο η απάντηση του Μεταξά, ο οποίος αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή γινόταν ο εκφραστής της κοινής θέλησης του Ελληνικού λαού, ήταν ΟΧΙ.  Ήταν 6 η ώρα το πρωί όταν οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ξύπνησαν την Αθήνα. «Πόλεμος, οι Ιταλοί εισβάλλουν».  Λίγο αργότερα το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου έδωσε με λιτή αξιοπρέπειά του τόνο στην όλη υπόθεση:  «Αι Ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν απ’ τις 5:30 σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους»

           Κανένας δε μπορούσε να ξέρει τις πρώτες εκείνες ώρες ποια εξέλιξη θα είχε η αναμέτρηση. Οι Έλληνες όμως ποτέ, δεν εκφράστηκαν με αριθμούς. Οι αριθμοί και οι λογαριασμοί στην προκειμένη περίπτωση έβγαζαν εξαγόμενο την καταστροφή και τον αφανισμό. Όμως η ψυχή γεμάτη αγανάκτηση και ενθουσιασμό έδωσε την απάντηση και τράβηξε μπρος. Τα νιάτα ντύθηκαν στο χακί και ανέβηκαν ν’ αντιμετωπίσουν τον εχθρό και να ξαναφέρουν τη λευτεριά στη Ρωμιοσύνη. Η ελληνική σημαία, σύμβολο του Ελληνισμού συνοδεύει τους μαχητές και γίνεται λάβαρο αγώνων. Βγήκε απ’ τα σεντούκια και θύμισε προηγούμενους ηρωισμούς και περιπέτειες της φυλής μας. Υψώνεται στα χαρακώματα και γίνεται προπύργιο νίκης στην Κορυτσά, στο Αργυρόκαστρο, στους Αγίους Σαράντα.

Κι ο πόλεμος με τους Ιταλούς κράτησε 160 μέρες, μέχρι την 5η Απριλίου. Στον πόλεμο αυτό εκτός απ’ τους γνωστούς αντιπάλους υπήρξαν κι άλλοι απρόβλεπτοι: το πολικό κρύο, η λάσπη, η βρωμιά και η ψείρα, τα παγωμένα πτώματα ανδρών και ζώων και το φάσμα του ακρωτηριασμού και του αργού θανάτου αποτελούν κι αυτά μια άλλη πλευρά του πολέμου.

         Ο Δημήτριος Ψαθάς γράφει την πρώτη μέρα του πολέμου, για το πρώτο ξύπνημα όπως το έζησε ο ίδιος: Είναι αδύνατο να ανατρέξει το μυαλό στην 28η Οκτωβρίου χωρίς να πέσει πάνω στις σειρήνες. Μόλις αναφέρεις απλώς την ημερομηνία αυτή αμέσως ένα αγωνιώδες ούρλιασμα αναταράζει τις αναμνήσεις σου κι’ όλα τα γεγονότα περνούν μπροστά από τα μάτια σου με την υπόκρουση του ουρλιαχτού εκείνου. Γι’ αυτό οι σειρήνες της 28ης Οκτωβρίου προλογίζουν πάντα  τις αναμνήσεις  μας και δεν λείπουν ποτέ απ’ ό,τι λέγεται και γράφεται για τα γενόμενα τη μεγάλη εκείνη μέρα. Κι ούτε θα λείψουν.

         Κοιμόμουν γλυκύτατα – θυμάμαι. Όπως γλυκύτατα κοιμόταν ο κάθε Αθηναίος τις πρωινές εκείνες ώρες του Οκτώβρη κι ολόκληρη η Αθήνα ήταν βουτηγμένη στην ησυχία χρειαζόντουσαν μερικές ακόμα μέρες για να ξυπνήσει ο καθένας και ν’ αναλογιστεί τις δύσκολες ώρες που περνούσε ο κόσμος κι η Ελλάδα  ιδιαίτερα  με τις απειλές του βραχνοκόκκορα της Ρώμης. Κι άξαφνα εκ βαθέων ακούσθηκε ο αγωνιώδης ήχος που κυλούσε στις στέγες και γέμιζε την Αθήνα με το βαρύ αντίλαλό του.

          Ξύπνα κάτι συμβαίνει.              Σειρήνες ;  

          Ναι. Ακούς; Ο πόλεμος!

Ο πόλεμος είναι μια λέξη φοβερή και ο λαός μας δα δεν ήταν ένας λαός που να μην είχε πείρα. Εκεί που είσαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι σου, μακάριος, μαχμουρλής, που ζεις τον ήσυχό σου βίο, ν’ ακούς ξαφνικά πως χτυπά την πόρτα σου ο πόλεμος δεν είναι υπόθεση που μπορείς να την δεχτείς με πρόσωπο χαρούμενο ούτε με χιούμορ. Στον ευτυχισμένο μάλιστα αιώνα μας ο πόλεμος δεν είναι κάτι μακρινό που γίνεται στα σύνορα. Σε μια ώρα μπορούσε να’ ρθει το αεροπλάνο απάνω απ’ το σπίτι σου, να σου αφήσει μια μπόμπα και να τινάξει τα πάντα σε λίγα κομμάτια κι εσένα και το κρεβάτι σου και τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου. Αυτόν τον πόλεμο σημάναν οι σειρήνες. Πετάχτηκα, λοιπόν, απ’ το κρεβάτι κι έλεγα πως θα δω τον πανικό στους δρόμους και στα σπίτια. Και αντικρίζω κατάφατσα στο σπίτι μου το απορημένο πρόσωπο μιας γειτόνισσας που είχε ανατείλει αγουροξυπνημένο στο παράθυρο.

           Καλέ πόλεμος είναι;

           Πόλεμος κυρά μου.

           Μπα κακό χρόνο νάχει  ο Μουσολίνης!

Ανοίγει, άλλο παράθυρο και προβάλουν οι άσπρες νυχτικιές άλλης γειτόνισσας:

          Τι συμβαίνει κύριε γείτονα ;

          Πόλεμος κυρά μου.

          Ο Ιταλός ε ; Μπα  τρομάρα του, τρομάρα του!

Δεν θα ξεχάσω, λοιπόν, ποτέ μου τον τρόπο που δέχτηκε ο λαός μας την τρομοκρατική εκείνην απειλή που χτυπούσε την πόρτα της Ελλάδος. Γιατί πρέπει σήμερα να πάει πολύ πίσω το μυαλό, να θυμηθεί το τι ήτανε ο Ντούτσε, πριν από την ώρα εκείνη, για να συλλάβει το νόημα της μέρας και ν’ αντιληφθεί σε ποια ύψη έφτασε το φρόνημα του λαού μας, όταν Ο ΛΑΟΣ αυτός ΕΙΠΕ μ’ ένα στόμα το μεγάλο εκείνο ΟΧΙ.

         Ο τύπος της εποχής, ελληνικός και ξένος γράφει με ρεαλισμό αλλά και με θαυμασμό τα γεγονότα που ακολούθησαν: Ο δημοσιογράφος Ευστρατίου σε εφημερίδα της 29ης Οκτωβρίου του 1940, γράφει:

«ΟΧΙ»   «Η Ελλάς εδέχθη ένα τελεσίγραφο. Κι έδωσε μία απάντηση «Όχι!». Της ζητήθη να παραβιάσει την ουδετερότητά της. Απάντησεν «Όχι!». Της ηξιώθει να παραβεί το λόγο της. Τα χείλη της απάντησαν: «Όχι!». Της επεδείχθη η δύναμις μιας χώρας μεγαλυτέρας της εις  έκτασιν και εις κατοίκους. Είμεθα πολλοί και είσθε ολίγοι. Θα νικηθείτε! Η Ελλάς εμειδίασεν αταράχως: Και απάντησεν: Οι πολλοί είναι όγκος άνευ ψυχής. Οι ολίγοι είναι δύναμις ακατάβλητος, διότι έχουν ψυχήν. Και απήντησεν:Αρνούμαι να υποκύψω. Δε δέχομαι συμβιβασμούς. Δεν τρομάζω με τας απειλάς. Έχω ισχύν εις την τιμήν μου και έχω δύναμιν ακατάβλητον εις την ψυχήν μου. Έχω Ιστορία. Κοίταξέ την. Διάβασέ την. Είμαι η Ελλάς. Η Ελλάς της Τροίας. Η Ελλάς του Μαραθώνα. Η Ελλάς των Θερμοπυλών. Η Ελλάς της Σαλαμίνος. Η Ελλάς του Χρυσού αιώνος. Η Ελλάς του Σωκράτους, που εδέχθη το κώνειον ατάραχος χάριν της Αληθείας. Είμαι η Ελλάς των Σουλιωτών. Του χορού του Ζαλόγγου. Του Σαμουήλ που ανατίναζε την πυριτιδαποθήκη της Μονής. Του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη. Των ηρώων που δεν ητίμασαν την Πατρίδα, τη Θρησκεία, τη Γλώσσα τους. Οι πολλοί είσθε ολίγοι, διότι είσθε χωρίς ψυχήν. Είστε οι δολοφόνοι της Β. Ηπείρου και των Δωδεκανήσων. Είστε οι τορπιλητές της «Έλλης» μας. Από της στιγμής εκείνης που εδόθη η άρνησις η Ελλάς έγινεν ένα νέο Σύμβολο. Τώρα υπέρ πάντων ο αγών! Υπέρ πάντων με την πίστιν ακλόνητον…».Δημοσιογράφος Ευστρατίου σε εφημερίδα της 29ης Οκτωβρίου του 1940

       «Με το χαμόγελο στα χείλη» ξεκίνησαν οι φαντάροι μας για το μέτωπο το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940. Ένα χαμόγελο που έδειχνε την απόφασή τους για Νίκη και για θάνατο. Ένα χαμόγελο που συνοδευόταν από τραγούδια – παιάνες, τραγούδια που αποτελούσαν μια νέα, σύγχρονη απόδοση του παλιού «Ίτε, παίδες Ελλήνων…».

          Ο Π. Παλαιολόγος, στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα, 16 Νοεμβρίου 1940 θα γράψει για τις Μητέρες του ’40: «… Την είδα να αποχαιρετά το στρατιώτη της και δεν την αναγνώρισα. Τι έγινε η τρομαγμένη γυναικούλα που δεν είχε άλλη έγνοια παρά το χάδι και τη λατρεία του παιδιού της;   Αποφασιστική, ατάραχη, περήφανη του έδωσε με γενναιότητα το χέρι, τον φίλησε στο μέτωπο κι ενώ οι γείτονες, συγκινημένοι, θώπευαν το φαντάρο, αυτή δεν βρήκε τίποτε άλλο να του πει, παρά δυο ξερές λέξεις:     – Καλή νίκη.

    Τις είπε με φωνή τραχιά, σαν να ήταν θυμωμένη. Ευχή μαζί και προσταγή. Έτσι αδάκρυτη, στάθηκε στο κατώφλι της, ώσπου ο φαντάρος χάθηκε στη γωνιά του δρόμου.

     Ξαναζεί η Σπάρτη. Δεν πέφτουν σήμερα οι μητέρες στο λαιμό των παιδιών τους, για να τους εμποδίσουν την αναχώρηση. Οι ίδιες τους δείχνουν το δρόμο του καθήκοντος».

Ο  Γ. Α. Βλάχου, στα Άρθρα του πολέμου 1940-41 θα υμνήσει τις Γυναίκες της Πίνδου:        «Εις αυτήν την μεγάλην μάχην που άρχισε, μάχην η οποία μας επεβλήθη, έχει σπουδαίαν αποστολήν η γυναίκα η Ελληνίς. Ενώ πολεμούν οι άνδρες επάνω εις τα βουνά – όσοι άνδρες έχουν την τύχη να φέρουν όπλα – και στέλλουν εδώ ανδραγαθήματα και προελάσεις και νίκας, αι γυναίκες μπορούν απ’ εδώ με την ψυχραιμίαν, το θάρρος και την πνοήν των να κρατούν τον Αγώνα. Χθες ακόμη αι γυναίκες της Πίνδου έδωσαν κάτι περισσότερο από το θάρρος και την πνοήν. Έδωσαν την ζωήν και τα χέρια των. Όταν η 8η Μεραρχία διετάχθη να προελάση και να καταλάβη ωρισμένας διαβάσεις «έστω και χωρίς εφοδιοπομπάς», μαζί με τους γέροντας και τα παιδιά εβγήκαν από τα σπίτια των αι γυναίκες και έφεραν εις τας κορυφάς των ορέων τα πυροβόλα, τα πυρομαχικά, τας οβίδας. Εν ώρα μάχης Γυναίκες της Πίνδου πρέπει να γίνουν τώρα όλαι αι Ελληνίδες…»

         Στο Ημερολόγιο Πολέμου του Αργύρη Μπαλατσού διαβάζουμε για τις Γυναίκες που κουβαλούσαν πυρομαχικά στα απάτητα, χιονισμένα βουνά της Πίνδου.  «7 Νοεμβρίου 1940. Σήμερα σκοτώθηκαν δύο παιδιά του 33ου Συντάγματος και αυτό μάνιασε περισσότερο τους στρατιώτες. Φώναζαν, εμπρός για τη Ρώμη. Ο θάνατος αυτός αντί να μας δειλιάσει, μας έδωσε περισσότερα φτερά για να κυνηγήσουμε τους Ιταλούς. Συνάντησα γυναίκες που κουβαλούσαν πυρομαχικά. Μία ήτο 88 ετών. Μία μου είπε κλείδωσε το μικρό σε μια καλύβα για να βοηθήσει το στρατό. Το βράδυ είδα μια γριούλα να κρατά δυο μικρά και η μητέρα τους ζύμωνε ψωμί για τον στρατό με το φως δυο κεριών που είχε μέσα σ’ ένα ποτήρι. Τα χιόνια, ο πάγος, το τρομερό κρύο, δεν φαίνονταν να τις τρόμαζε. Όλες γεμάτες χαρά ήθελαν να προσφέρουν στο στρατό ότι δεν μπορούσαν τα μεταγωγικά. Αλήθεια, γυναίκες θαύμα! Τι διαφορά με τις πόλεις!»

       Ο Ελληνικός στρατός μπαίνει στη Β. Ήπειρο. Οι ελληνικές πόλεις και τα χωριά ελευθερώνονται. Οι σημαίες, χρόνια κλειδωμένες μέσα στα σεντούκια, ανεμίζουν στον ελεύθερο αέρα. Φεύγουν οι Ιταλοί προς τη θάλασσα. «Εις όλον το μέτωπον παρελαύνομεν», ακούγεται το άγγελμα στο τηλέφωνο από τους Αγίους Σαράντα. Το Αργυρόκαστρο ελεύθερο.

         Ο Π. Λαμπρόπουλος στο βιβλίο του «Το 9ο Σύνταγμα εις την Αλβανίαν», γράφει: Το Αργυρόκαστρο ελευθερωμέ­νο.     «…το 9ον  Σύνταγμα έλαβε αναστολή και εκρατήθη ως εφεδρεία της Μεραρχίας, εις χωρίον κείμενο 5 χιλιόμετρα όπισθεν του Αργυροκάστρου. Εκεί παρέμεινε δύο ημέρας. κα­τά τις οποίας ο γράφων το Παρόν χρονικό επεσκέφθη το Αργυρόκαστρο το οποίον έ­πλεε στις κυανόλευκες ση­μαίες και ο πληθυσμός του κατά το πλείστoν Ελληνικός με Εθνική Ελληνική συνείδηση, πανηγύριζε την απελευθέρωσή του. Όλα τα καταστήματα και τα πάσης φύσεως εργαστήρια είχαν επωνυμίες Ελληνικές και μόνη ομιλουμένη γλώσσα ήταν η Ελληνική, με τον ηπειρωτικό ιδιωματισμό. Νόμιζε κανείς ό­τι βρισκόταν εις τα Γιάννενα και όχι στο μόλις προ ολίγου κατα­σκλαβωμένο και αλβανοκρα­τούμενο Αργυρόκαστρο».   

        Και η εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» της 17ης Δεκεμβρίου 1940, έγραφε:  Αργυρόκαστρο, Δεκέμβριος.

       «Μεγάλη n δύναμή σου γαλάζια σημαία μας, Βλέπω τη δύναμη αυτή τη στιγμή που το φορτηγό αυτοκίνητό μας σταθμεύει εμπρός στο δημαρχιακό μέγαρο του Αργυροκάστρου. Στην πλατεία χάλκινο ορθώνεται το άγαλμα του Τσέρτσι Στόπολι, εθνικού ήρωος των Αλβανών και στον εξώστη του δημαρχείου καμαρώνει n κυανόλευκη. Τώρα μόνο αρχίζουμε να αισθανόμαστε όσα  ως τη στιγμή αυτή τα ξέραμε, αλλά δεν τα νoιώθαμε: Ο γαλανός σταυρός μας στην καρδιά του Aργυροκάστρου. Κυττάζουμε ο ένας τον άλλον σα να λέμε:

– Ώστε αλήθεια… Μπορεί ποτέ να μη λέει την αλήθεια το γαλάζιο αυτό πανί που κυματίζει κάτω από το γκρίζο ουρανό της γραφικής πόλεως:

– Την περίμενα αυτή την ημέρα, ψιθυρίζει ο μητροπολίτης Ιωαννίνων και τρέμει ολόκληρος.   Ο μητροπολίτης Αργυροκάστρου, νέος ακόμη, δίχως καλυμμαύχι, με το σταυρό στο στήθος, έρχεται εις προϋπάντηση των πρώτων Ελλήνων που μπαίνουν μετά το στρατό στο Κάστρο. – Σας περίμενα, Γέροντα. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται οι δυο ιεράρχαι. Θα χρειασθεί πολλή ώρα για να πνίξουν τους λυγμούς και ν’ ανοίξουν το στόμα. Βαδίζουμε προς τn Μητρόπολη.  Παραμερίζουv οι Αλβανοί και παρακολουθούν με απορία τη συνοδεία. Τρέχουν οι Έλληνες, αρπάζουν το χέρι του Δεσπότη, το φέρνουν στα χείλη, το φέρνουν στο μέτωπο. Ένας κατάλευκος παπάς γονατίζει, κάμνει το ­σταυρό του, ατενίζει τον ουρανό και λέει: Νυν απολύοις…                               

         Ο ενθoυσιασμός των Ελλήνων για τη νίκη φαίνεται μέσα από τις Επι­στολές που στέλνονται στο μέτωπο από μάνες, αδελφές, συζύγους.

Πόπη Χατζηιωάννου  Σπυρ. Τρικούπη ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ

Προς Αντώνιον Χατζηιωάννου   1168 Τ.Τ. 345

«Αντώνη μου, αυτήν την στιγμήν μάθαμε τη νέα νίκη μας. δηλαδή την κατάληψη της Κλεισούρας. Δεν μπορείς να Φανταστής τι κακό που γίνεται. Δάκρυα χαράς και υπερηφάνειας τρέχουν από μικρούς και μεγάλους στα φλογισμένα τους μάτια. Αντρούλη μου. κοντεύο­με να φτάσουμε στον αντικειμε­νικά μας σκοπό. Τώρα περιμέ­νουμε με αγωνία να πάρουμε το Ελμπασάν και την Αυλώνα και τότε κατ’ ευθείαν στη θάλασσα. Και ύστερα θα σας περιμένουμε στους δρόμους, στα λιμάνια. στα παράθυρα, στις αυλές, στις εξώπορτες με λαχτάρα και δά­κρυα στα μάτια να σας στεφανώσουμε με το αμάραντο στεφάνι της Δόξας…»          Εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 21.2.1941.

      Στα διαλείμματα της μάχης ο Έλληνας στρατιώτης θυμάται ότι πίσω υπάρχουν αγαπημένα πρόσωπα που τα άφησε για να πάει στον πόλεμο. Μια μάνα, ένας πατέρας, μια σύζυγος, ένα παιδί, μια αδελφή… και γράφει ακουμπισμένος σε μια πέτρα ή στο χιόνι με τρεμάμενα παγωμένα χέρια. Γράμματα που δείχνουν την ευαισθησία και τρυφερότητα του Έλληνα που πολεμάει για τα ιερά και τα όσια, για την οικογένεια, την πατρίδα, τη θρησκεία.

(1)   Μέτωπο, 4 Νοεμβρίου 1940     Αγαπημένη μου Ευανθία, χαίρε!

Από υγείαν είμαι καλά το όμοιον επιθυμώ και δι’ υμάς. Πέρασαν οκτώ ημέρες από την ημέρα που έφυγα από κοντά σας κι όλο στον ύπνο μου σας βλέπω. Πονάει η καρδιά μου.  Έχω τη φωτογραφία της μπέμπας μας και την κουβεντιάζω. Έλα όμως που με τα πρώτα λόγια τα μάτια μου θαμπώνουν, βουρκώνω και δεν μπορώ να ξεχωρίσω τίποτα…

Ευανθία μου να μη στενοχωριέσαι, θα σου γράφω τακτικά. Χρήματα αν χρειαστείς θα πας στον πατέρα μου ή στο φίλο μου τον Τάσο. Πρόσεξε την αλληλογραφία σου, θα γράφεις τη διεύθυνση, όπως ακριβώς θα σου γράψω παρακάτω χωρίς να αναφέρεις την πόλη που είμεθα. Ευανθία, πρόσεξε το παιδί. Να μου γράψεις αν άρχισε να κουβεντιάζει.

Σας αγαπώ και σας σκέφτομαι     Παντελοδήμος Νικόλαος

(2)   Δερβενάκιο, 22 Δεκεμβρίου 1940

Σεβαστέ μου Πατέρα, Υγιαίνω, υγείαν υμίν ποθώ. Πέρα των ελληνικών συνόρων σας εύχομαι καλά Χριστούγεννα κι ευτυχισμένο το νέον έτος 1941. Ήλπιζα φέτος ότι θα κάναμε όλοι μαζί Χριστούγεννα, αλλά εδώ εμείς έχουμε καλά Χριστούγεννα με ντουφέκια και κανόνια. Πατέρα, χθες μου συνέβη κάτι συγκλονιστικό. Πρόσεχε πως έγινε: Κάποια στιγμή που ήμουν διψασμένος πήγα σε ένα ρυάκι να πιω λίγο νερό. Σκύβοντας μες στο ρυάκι βλέπω ένα κεφάλι σαν να ήταν από άγαλμα. Ήταν κεφάλι ενός ανθρώπου. Πιο κει βλέπω ένα λάκκο από βλήμα πυροβολικού και δίπλα το σώμα ενός Ιταλού βερσαλλιέρου ακέφαλο. Σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή ότι κάποια μάνα σαν τη δική μου, θα περίμενε νέα του κι είναι σιμά τα Χριστούγεννα.

Επήρα και τον έθαψα, δεν έβαλα σταυρό, αλλά βρήκα το καπέλο του, αυτά τα κόκκινα των βερσαλλιέρων με μαύρη φούντα, κι είχε πάνω του ένα διάσημο της μονάδας του που έλεγε Quarantaanquaregimentedelamorte, δηλαδή 45ο Σύνταγμα Θανάτου.

Σεβαστέ μου πατέρα, πες της μάνας μονάχα να μη στενοχωριέται. Και φανέλλες έχω και γάντια κι απ’ όλα. Ας είναι το κεφάλι μου γερό απ’ τα σίδερα που σφυρίζουν και σκορπίζουν ολόγυρά μας και όλα θα φτιάξουν. Ότι είναι γραμμένο απ’ το Θεό κείνο θα γίνει. Έτερον ουδέν

              Ασπάζομαι την δεξιάν σου Ο υιός σου Τάκης Τράντας

(3)   Μέτωπο, 13 Ιανουαρίου 1941        Αγαπητέ αδελφέ Μανώλη,

Πήρα τα γράμματά σου και ευχαριστήθην που είσθε καλά. Σου γράφω σχετικώς για το φίλο μας Αργύρη Μπαλατσό, που έπεσε ηρωικώς προχθές 11 Ιανουαρίου 1941. Έπεσε τη στιγμή που με τα χέρια του έβγαλε τους πασάλους του συρματοπλέγματος, δια να ανεβούμε εις τα χαρακώματα των ατίμων. Έπεσε πολύ κοντά μου. Λοιπόν αγαπητέ Μανώλη, νομίζω ότι η γυναίκα του ήτο έγκυος και το παιδί θέλω να το βαφτίσεις εξ ονόματός μου και να ξοδεύσεις απ’ τα ιδικά μου λεφτά. Αν είναι αγόρι να βγάλεις του ηρωϊκού πατρός του το όνομα, αν είναι κορίτσι να το πεις Νίκη ή Ελευθερία, γιατί γι’ αυτά έπεσε ο πατέρας του.

Ακόμη να φροντίσεις να του γίνει μνημόσυνο ξεχωριστό εκτός από κείνο που κάμει η Πατρίς δια τους ηρωικώς πεσόντες.

                                                        Ο αδελφός σου  Ευάγγελος Νομικός

         Σε αυτό τον πόλεμο, η Σοφία Βέμπο δίνει τη φωνή της. Αυτή είχε, αυτή έδωσε. Την έδωσε, όμως, μ’ όλη την ψυχή. Η φωνή αυτή στάθηκε η εγερτήρια σάλπιγγα εκείνου του πολέμου. Δίκαια, λοιπόν, την ονόμασαν «Τραγουδίστρια της νίκης». Τραγουδούσε την Ελλάδα, κι όλη η Ελλάδα τραγούδαγε μαζί της… Η φωνή της Βέμπο, αποτελούσε πρόκληση για τους Μελανοχίτωνες.

         Η Ελλάδα, την αποθέωνε. «Είσαι ο πρώτος μας πρεσβευτής», θα της πει αργότερα ο Γεώργιος Παπανδρέου, και μετά το τέλος του πολέμου, ο Γεώργιος Βλάχος θα γράψει στην «Καθημερινή»: «Γιατί στέλνετε υπουργούς στα διάφορα συνέδρια; Στείλτε τη Βέμπο. Να τραγουδήσει το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» και να τους θυμίσει την Ελλάδα, τις θυσίες της και τη δόξα της…»

         Η Σοφία Βέμπο, που το όνομά της είναι συνδεδεμένο με μια χρυσή σελίδα της εθνικής μας ιστορίας, η τραγουδίστρια της Νίκης, προκαλούσε σκιρτήματα ενθουσιασμού, με τα επίκαιρα τραγούδια της, που και σήμερα, όταν ακούγονται, μας θυμίζουν αξέχαστες και ανεπανάληπτες εποχές της λαμπρής εποποιίας του 1940-41… Τότε που ο Στρατός μας  κατά τις ώρες της διακοπής της μάχης τραγουδούσε, μέσα στις χαράδρες και στα φαράγγια το «κορόιδο Μουσολίνι- κανείς δεν θα σου μείνει», και το «Τα τανκς και τα κανόνια δεν είναι μακαρόνια». Τότε που μες στην αντάρα του πολέμου έφθανε ο απόηχος των τραγουδιών της Βέμπο, όπως σαν το επόμενο τραγούδι: Βάζει ο Ντούτσε την στολή του και την σκούφια την ψηλή του, μ’ όλα τα φτερά και μια νύχτα με φεγγάρι, την Ελλάδα πάει να πάρει, βρε τον φουκαρά.

            Οι ελληνικές νίκες δεν περιορίζονται μόνο στην ξηρά. Το ναυτικό μας ανέδειξε νέους Κανάρηδες και Μιαούληδες. Οι εφημερίδες της εποχής γράφουν:

(1)         «Το νέον μέγα κατόρθωμα του πολεμικού μας ναυτικού. Το υποβρύχιον «Παπανικολής» κατεβύθισε εις Αδριατικήν τρία μεγάλα εχθρικά σκάφη νηοπομπής μεταφέροντα εκ Μπρίντιζι στρατόν και εφόδια εις Αυλώνα. Το συνολικόν εκτόπισμα των βυθισθέντων 25 – 30.000 τόνοι. Πολύωρος καταδίωξις του θρυλικού υποβρυχίου μας υπό των αντιτορπιλλικών των συνοδευόντων την νηοπομπήν».

(2)   «Το τορπιλλοβόλον μας «Σφενδόνη» κατεβύθισεν εν Ιταλικόν υποβρύχιον».

(3)   «Τους γνωρίζουμε καλά! Είναι οι δειλοί δολοφόνοι της Τήνου. Έλληνες εις τα όπλα! Ήρχισαν σήμερον αι εχθροπραξίαι. Το Έθνος σύσσωμον αντιμετωπίζει την θρασύδειλον πρόκλησιν των Ιταλών».

(4)   «Εις το τηλέφωνον ηκούσθη το άγγελμα. Εδώ Άγιοι Σαράντα! Ο Ελληνικός στρατός εισήλθεν. Φεύγουν οι Ιταλοί προς την θάλασσαν. Εις όλον το μέτωπον προελαύνωμεν»

        Η ελληνική αεροπορία όσο και το ναυτικό εξετέλεσε απαράμιλλα το καθήκον της. Τα 115 ελληνικά αεροπλάνα που διέθεται την αρχή του πολέμου, παρά τους συνεχείς εράνους υπέρ της αεροπορίας, έκαναν έντονη την παρουσία τους στον αγώνα.

         Ο Αλέξανδρος Σακελλάριος σε εφημερίδα της εποχής, αναφέρει:  «Θαύματα κάνουν, λοιπόν, οι αεροπόροι μας. Τ’ ατρόμητα ελληνικά φτερά πετάνε κάθε μέρα πάνω από τα εχθρικά αεροδρόμια για να ρίξουν εύστοχα τις τρομερές μπόμπες τους που είναι απείρως καταστρεπτικότερες απ’ όλες τις μπόμπες του κόσμου, γιατί τις έχουμε γεμίσει με μπαρούτι και αγανάκτηση. Η εμφάνιση των Ικάρων μας σκορπίζει τον πανικό στον εχθρό και ο βόμβος του ελληνικού μοτέρ τον κάνει να παθαίνει ταχυκαρδία. Ο κόσμος έχει μείνει κατάπληκτος από την ηρωική δράση της ελληνικής αεροπορίας, η οποία αφού είναι ελληνική δεν μπορούσε παρά ναείναι και ηρωική. Τα ερτζιανά κύματα σ’ όλα τα μήκη μεταδίδουν κάθε βράδυ τα αφάνταστα κατορθώματα των Ελληνικών φτερών και πληροφορούνε την υφήλιο ότι ο Κανάρης και ο Μιαούλης  δεν απέθαναν. Εξακολουθούν να ζούνε και συνεχίζουνε τους ηρωισμούς τους με μόνη τη διαφορά ότι σήμερα έχουν άλλα ονόματα και αντί να λέγονται καπετάνιοι λέγονται πιλότοι. Δεν έχει πεθάνει ούτε κι αυτός ο Μαραθωνομάχος, που πριν από χιλιάδες χρόνια, όταν του κόψανε τα χέρια, προσπάθησε να κρατήσει με τα δόντια του ολόκληρο το εχθρικό καράβι, τη στιγμή που αγωνιζόταν να εγκαταλείψει μια ώρα αρχύτερα τα ελληνικά νερά. Το παράδειγμα του υποσμηναγού Σακελλαρίου, ο οποίος, όταν του σώθηκαν τα πυρομαχικά, αντί να εγκαταλείψει τον αγώνα, προτίμησε να πέσει ο ίδιος επάνω στο εχθρικό αεροπλάνο και να το σωριάσει κάτω, δεν έχει μεγάληδιαφορά από το κατόρθωμα του ηρωικού εκείνου Μαραθωνομάχου, του Κυναίγειρου. Καινούργια κεφάλαια, καινούργιες χρυσές σελίδες προστίθενται αυτές τις μέρες στην ένδοξη Ελληνική ιστορία».                                    

          Και οι ηρωικές ελληνίδες, σαν τις Αρχαίες Σπαρτιάτισσες, δε θρηνούν για τους νεκρούς, δεν κλαίνε για τους τραυματίες, μόνο φωνάζουν, Ζήτω η Ελλάς.                  Αλεξανδρούπολις, 6 Δεκεμβρίου.

       (1)  «Η κοινωνία της πόλεώς μας και ολοκλήρου της περιφερείας διατελεί εν ζωηροτάτη συγκινήσει από την υπέροχον στάσιν, επαξίαν Σπαρτιάτιδος, της μητρός του ηρωικώς πεσόντος μονογενούς υιού της αρχισμηνίου Σπυρίδωνος Γκοβατζή, ήτις αντί να αναλυθεί εις θρήνους την ώρα του πανδήμου μνημοσύνου, τελεσθέντος εις Σουφλίον παρά της εθνικής οργανώσεως νεολαίας, την στιγμήν καθ’ ην ο κλήρος έψελνε «αιωνία η μνήμη», ανεφώνησε: «Το παιδί μου ανήκεν εις την πατρίδα! Ζήτω η Ελλάς!»

        (2)   Η σύζυγος του τραυματίου υπαλλήλου Αγροτικής Τραπέζης, Αθανασίου Κατσαντώνη, εξ Ευπαλίου Δωρίδος, απαντώσα εις τηλεγράφημα του Διευθυντού της Αγροτικής Τραπέζης, ετηλεγράφησε ως εξής: «Τηλεγράφημά σας ελήφθη. Ευχαριστώ. Τραυματισμός συζύγου μου αποτελεί οικογενειακήν τιμήν. Ζήτω η Ελλάς!»  Ελένη Κατσαντώνη.             Κάθε πόλεμος έχει και τους νεκρούς του. Νεκροί που έγιναν ήρωες και η μνήμη τους θα είναι αιώνια!

     (3)           «Εις αιωνίαν μνήμην! Βουβοί, αλλά με το μέτωπο υψηλά χωρίς να κυλίσουν δάκρυα ή να ακουστούν λυγμοί. Υπερήφανοι, ψύχραιμοι, γενναίοι σαν κι αυτούς, ας τιμήσωμεν σήμερον τους πρώτους νεκρούς του αγώνος. Η Ελλάς γράφει με χρυσά γράμματα τα ονόματά τους εις τας ιστορικάς της δέλτους. Η Δόξα στεφανώνει τα μέτωπά των. Η Ελευθερία ανακρούει τον Εθνικόν Ύμνον. Ούτε δάκρυα, ούτε στεναγμοί, ούτε θλίψις. Έπεσον εις το πεδίον της μάχης υπέρ πίστεως και πατρίδος. Δεν είναι νεκροί. Είναι αθάνατοι. Αιωνία και αμάραντος η Μνήμη και η Δόξα των νεκρών. Ζήτω η αιωνία Ελλάς!

           Αλλά και οι ξένοι μιλούν για την Ελλάδα με ενθουσιασμό και τονίζουν την ανθρωπιά, την αλληλεγγύη, την τόλμη και τον ηρωισμό των Ελλήνων πολεμιστών. Ο κόσμος συγκλονίζεται από το ηρωικό παράδειγμα των Ελλήνων.­

          Ο πρωθυπουργός της Μεγά­λης Βρετανίας Τσώρτσιλ, σε τηλεγράφημά του προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδας τονίζει:  «Οι απειλές και εκφοβιστικές προσπάθειες της Ιταλίας αποδείχτηκαν ανίσχυρες μπροστά στο θάρρος σας. Έκαναν απρόκλητη επίθεση κατά της πατρίδας σας, αναζητώντας σε αβάσιμες κατηγορίες τη δικαίωση της αισχρής πράξεώς της. Ο τρόπος, κατά τον οποίον ο ελληνικός λαός με την αντάξια ηγεσία σας αντιμετώπισε τους κινδύνους και τις προκλήσεις των τελευταίων μη­νών, προκαλεί τον θαυμασμό του βρετανικού λαού για την Ελλάδα. Οι μεγάλες αρετές του ελληνικού λαού θα τον στηρίξουν και κατά την παρούσα δοκιμασία. Θα σας δώσουμε κάθε δυνατή συνδρομή. Θα πολεμήσουμε μαζί σας τον κοινό εχθρό και μαζί θα μοι­ρασθούμε τη νίκη μας».        

  Επιστολή του » Αντρέ Ζιντ » προς τον κ. Δημαρά (31 Δεκεμβρίου 1940).       0 Αντρέ Ζιντ, υμνεί τον ελλη­νικό λαό..

       «…Γενναίε ελληνικέ λαέ! Κα­ταλαβαίνετε τι είσαστε για μας σήμερα: Για πολλούς φοβερούς μήνες δεν είχαμε γνωρίσει πα­ρά χρεοκοπίες, πικρίες, το γκρέμισμα των αιτιών της περη­φάνιας μας, των ελπίδων μας… και ξαφνικά. σαν από το βάθος ενός πάρα πολύ αγαπητού πα­ρελθόντος η φωνή σας η πο­λυαγαπημένη. υψώνεται και κυ­ριαρχεί αμέσως στους συγχυ­σμένους θορύβους της κόλα­σης. Με τι συγκινητική. σπαρ­ταριστή προσοχή. με τι ευλά­βεια την ακούμε! Αντιπροσω­πεύετε για μας το θρίαμβο της παλικαρίσιας αρετής, της πραγ­ματικής αξίας, εκείνης των ολι­γαρίθμων. Και τι ευγνωμοσύνη αισθάνονται για σας, γιατί ξανα­δώσατε σ’ ολόκληρη την αν­θρωπότητα εμπιστοσύνη, θαυμασμό. αγάπη κι ελπίδα στον άνθρωπο». Aπό το βιβλίο του Ροζέ Μι­λιέξ. Αφιέρωμσ στην Ελλάδα. 1940  1944

Οι ελληνικές νίκες κατά τον αλβανικό πόλεμο ήταν τόσο εκπληκτικές, ώστε ο ραδιοφωνικός σταθμός της Βοστώνης στις 10 Δεκεμβρίου του 40 ανέφερε μεταξύ των άλλων και τα εξής:

            » Οι ελληνικές νίκες «έκαμαν προ ολίγων ημερών τους Γάλλους στρατιώτες της γαλλοϊταλικής μεθορίου κοντά στο Μαντόν να τοποθετήσουν μια επιγραφή που έλεγε: «Έλληνες στρατιώτες μη προχωράτε πλέον! Εδώ είναι τα γαλλικά σύνορα!’» Δηλαδή λίγο ήθελαν ακόμη οι τσολιάδες μας για να φτάσουν και στα βόρεια σύνορα της Ιταλίας.!….»

           Ο ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΝΤΗΜΠΛΕΜΠΥ, Παρατηρητής της αγγλικής εταιρείας Ραδιοφωνικών εκπομπών (B.B.C.) εις το Αλβανικό Μέτωπο, γράφει: «Είχε φτάσει η ώρα για κολατσιό. Πίσω από ένα μεγάλο αυτοκίνητο κάποιος στρατιώτης μοίραζε καρβέλια από καστανόχρωμο ψωμί… Αρχίσαμε κι εμείς, τότε, καθισμένοι στο αυτοκίνητό μας να σκεπτόμαστε τα τρόφιμα που είχαμε φυλάξει σ’ ένα καλάθι, μα πριν προφτάσουμε να τα βγάλουμε, ένας στρατιώτης που επέστρεφε από το αυτοκίνητο με την κουραμάνα, ήρθε προς το μέρος μας. Ήταν μούσκεμα. Η βροχή γυάλιζε πάνω στο μέτωπό του και γλιστρούσε στα μάγουλά του. Ήταν βουτηγμένος στη λάσπη ως τα γόνατα. Δώδεκα ώρες τώρα, οδηγούσε ένα μουλάρι και μόλις τώρα σταματούσε να πάρει συσσίτιο. Έρριξε μια ματιά μέσα στο αυτοκίνητό μας και είδε ότι δεν τρώγαμε. Μας έτεινε τότε ένα καρβέλι, που είχε βραχεί κι αυτό απ’ τη βροχή και μ’ ένα ολόλαμπρο χαμόγελο ξεχυμένο σ’ όλο το πρόσωπό του μας είπε:

            -Το θέλετε; Δυστυχώς δεν έχω τίποτε άλλο να σας προσφέρω.             Διηγήθηκα την πραγματική αυτήν ιστορία γιατί φανερώνει το πρόθυμο και φιλικό πνεύμα που επικρατεί ανάμεσα στα ελληνικά στρατεύματα… Γνωρίζω περιπτώσεις κατά τις οποίες Έλληνες στρατιώτες μοίρασαν το ψωμί τους με εχθρούς αιχμαλώτους, που αλλιώς θα ‘μεναν πεινασμένοι και άλλους, που έσχισαν στα δύο τις λεπτές κουβέρτες τους για να προστατεύσουν κάπως τους αιχμαλώτους αυτούς από το κρύο.             Πιστεύω ειλικρινά ότι το πνεύμα τούτο συνέβαλλε όχι λίγο στις καταπληκτικές επιτυχίες του ελληνικού στρατού. Γιατί το πνεύμα αυτό σημαίνει δύναμη, ανθρωπιά…».

           Ο Ιταλός δημοσιογράφος Κόμπτον Μακένζι στην εφημερίδα «Αέρας της ελευθερίας», γράφει: «…. Διαρκούσης της νυκτός εκείνης, γέροντες, γυναίκες και παιδιά εκ των χωρίων της Πίνδου αναρριχώνταν  επίσης μεταφέροντες προς τους ευζώνους τρόφιμα και πυρομαχικά. Αι κατά τον αγώνα του ’21 ηρωίδες του Σουλίου και της Πάργας είχαν ξαναζήσει στις ηρωίδες της Πίνδου. Την αυγή δόθηκε το σύνθημα αντεπιθέσεως. Και τότε οι Εύζωνοι κραυγάζοντας «αέρα! αέρα!» έπεσαν κατά των Αλπινιστών. Η Μεραρχία διασπάσεως διασπάστηκε. Η υποχώρηση σήμανε… Όσοι απ’ αυτούς δεν μπορούσαν να τρέξουν γρήγορα παραδίδονταν  και παραδίδονταν φωνάζοντας: «Μπέλλα Γκρέτσια…» Με τις δύο αυτές λέξεις, τις οποίες χρησιμοποίησαν οι άνδρες της Μεραρχίας… ανεγνώριζαν ότι το μεγαλείον της Ρώμης είχε τελειώσει πλέον και ότι ζούσε μόνο η δόξα της Ελλάδας».

           Τα ελληνικά νιάτα ξέρουν ν΄ αγωνίζονται και να πεθαίνουν για την πατρίδα. Είναι τα ίδια που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν με τον Πελοπίδα και τον Υψηλάντη. Είναι τα ίδια, που ύμνησε ο Κάλβος.στο ποίημα του  «Εις τον Ιερόν λόχον».

         Στο βωμό της ελευθερίας θυσιάστηκαν χιλιάδες στρατιώτες, παιδιά, γυναίκες, άνθρωποι, Έλληνες. Κι η Ελλάδα πέρασε από σκλαβιά, πείνα, βασανιστήρια… χύθηκε αίμα πολύ για ναρθει επιτέλους η Λευτεριά. Η απελευθέρωση ήρθε το 1944. Γιατί η Ελευθερία ως ιδανικό γεννήθηκε απ’ τους Έλληνες και συνυφάνθηκε μ’ αυτούς. Γιατί, Λευτεριά και Ρωμιοσύνη είν΄ αδέλφια δίδυμα.   Όμως, αυτή την πατρίδα, για την οποία χύθηκε τόσο αίμα, οι Έλληνες την είδαν μετά τις νίκες τους, στο τέλος του πολέμου να αδικείται, να της στερούν εδάφη, τα οποία ελευθέρωσαν, να τη δικάζουν οι μεγάλοι της γης … γιατί νίκησαν. Η Σοφία Βέμπο  πολύ παραστατικά, με χιούμορ και με ειρωνεία,  τραγουδάει τη νέα κατάσταση των πραγμάτων, που δεν διαφέρει καθόλου με τη σημερινή πραγματικότητα. Μαζί της, ας τραγουδήσουμε κι εμείς,«κάνε κουράγιο, Ελλάδα μου, κι όσο μπορείς κρατήσου…  γιατί το θέλει ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις!»

Ναι, η Ελλάδα του 40 θα μεγαλουργήσει και πάλι κι αυτό, είθε να το δούμε πολύ σύντομα…